Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ήρωες για ένα ονειρικό βράδυ...



20 Δεκεμβρίου 2011.Το εκνευριστικό ψιλόβροχο που έπεφτε από το πρωί έκανε τούτες τις στιγμές ακόμα πιο δύσκολες. Το ρολόι έδειχνε 7 το απόγευμα και εγώ περπατούσα νευρικά στην αυλή του σπιτιού μου τρέμοντας από το κρύο αλλά και αναλογιζόμενος το συνταρακτικό γεγονός που συνέβη το πρωί και άλλαξε για πάντα τις ζωές όλων των ανθρώπων, μαζί και την δική μου...
Στις 5 το πρωί οχτώ άτομα πoυ αγωνιζόντουσαν στην ομάδα handball των Αγίων Αναργύρων (μέσα σε αυτούς, εγώ, ο αδερφός μου ο Θοδωρής και ο κολλητός μου ο Μιχάλης) τις χρονιές 1998-99‘, καθώς και ο προπονητής του συλλόγου εκείνη την εποχή, ο κύριος Βαγγέλης,  είχαν τηλεφώνημα από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ!!! Το τηλεφώνημα σκοπό είχε να ενημερώσει πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου και μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να σώσει το ανθρώπινο γένος από το μένος των εξωγήινων... Ένας αγώνας handball μεταξύ της ομάδας μας και μιας επίλεκτης ομάδας εξωγήινων που είχαν εκπαιδευτεί στο συγκεκριμένο άθλημα. Εάν νικούσαν οι εξωγήινοι η Γη θα καταστρεφόταν. Εάν νικούσαμε εμείς τότε δισεκατομμύρια  άνθρωποι θα σωζόντουσαν. Το όλο σκηνικό κόντευε να με τρελάνει. Νόμιζα πως ζούσα ένα όνειρο. Δεν είναι και λίγο από την μια στιγμή στην άλλη να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Η ύπαρξη του ανθρώπινου γένους να εξαρτάται από μένα και τους πρώην συμπαίκτες μου. Η ιστορία με τους Ίνκας που προέβλεπε το τέλος του κόσμου το 2012 πέρασε αμέσως από το μυαλό μου...
Ήταν όμως γεγονός. Οι δεκάδες ερωτήσεις που είχα εγώ αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά θα απαντιόντουσαν σε λιγάκι μιας και ήδη θα έρχονταν ειδικό κλιμάκιο των μυστικών υπηρεσιών για να μας ενημερώσει για το τι πρόκειται να γίνει. Το ραντεβού είχε δοθεί στο κλειστό γήπεδο των Αγίων Αναργύρων.

Πηγαίνοντας με τον αδερφό μου και τον κολλητό μου προς το κλειστό ενώ είμαι σίγουρος πως σκεφτόμασταν διάφορα, παραμέναμε αμίλητοι... Φτάνοντας μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Χιλιάδες κόσμος είχε περικυκλώσει το κλειστό γήπεδο. Η αστυνομία καθώς και κάποιοι στρατιώτες προσπαθούσαν να διατηρήσουν την τάξη. Αφού περάσαμε  με δυσκολία μέσα από το πλήθος, φτάσαμε στην πόρτα του γηπέδου. Εκεί, μέσα σε όλο το δύσκολο κλίμα των ημερών, μας περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Ήταν όλοι παρόντες. Ο Χάρης Σ. ο τερματοφύλακας με τα εκπληκτικά ρεφλέξ, ο Γιώργος Η. με την τρομερή του δύναμη και το εξαιρετικό μακρινό σουτ, ο Λεωνίδας Τ.  ο νεαρότερος αλλά ίσως ο πιο εξελίξιμος της ομάδας, ο αδερφός του ο Γιώργος Τ., ο πασπαρτού της παρέας, μιας και μπορούσε να παίξει καλά σε όλες τις θέσεις και ο Νίκος Π. φασαριόζος (μαζί με τον αδερφό μου), αλλά ταλαντούχος και με εξαιρετική τεχνική. Οι αγκαλιές, τα γέλια και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν μιας και είχαμε καιρό να ειδωθούμε με τα παιδιά. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και αφού κάποιοι αστυνομικοί μας πρότειναν να μπούμε μέσα στο κλειστό, εκεί μας περίμενε μια δεύτερη έκπληξη. Ο προπονητής της ομάδας μας ο κύριος Βαγγέλης μας περίμενε στο κέντρο του γηπέδου ντυμένος με την χαρακτηριστική φόρμα του και κρατώντας μια σφυρίχτρα στο χέρι του... Αμέσως όλα τα παιδιά τρέξαμε  να χαιρετήσουμε τον προπονητή μας. Για μένα βέβαια ο κύριος Βαγγέλης ήταν κάτι παραπάνω από κόουτς. Ήταν δάσκαλος, παιδαγωγός, φίλος, πρότυπο. Ξαφνικά  ένας δυνατός θόρυβος σταμάτησε τις φωνές μας. Ο θόρυβος έμοιαζε με έλικα ελικοπτέρου. Σε λιγότερο από μισό λεπτό η πόρτα του γηπέδου άνοιξε. Τρείς μαυροντυμένοι  άντρες έκαναν την εμφάνιση τους.

Όλοι μας καταλάβαμε ότι οι άντρες αυτοί ήταν των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Αφού πλησίασαν αρκετά ο γηραιότερος από αυτούς ξεκίνησε να μας μιλάει στα αγγλικά. «Ξέρω ότι όλα αυτά σας φαίνονται απίστευτα. Κατανοώ την σύγχυση σας, όμως δεν μας απομένει πολύς χρόνος και πρέπει να προετοιμαστούμε για τον «Αγώνα της Ανθρωπότητας» όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.» Μόλις τελείωσε σαν αρχηγός της ομάδας πήρα τον λόγο και έκανα κάποιες ερωτήσεις για θέματα που απασχολούσα εμένα και τους συμπαίκτες μου. Σε όλες, οι απαντήσεις που πήρα ήταν πειστικές. Το ίδιο ίσχυσε και για τους συμπαίκτες μου και τον προπονητή μου. Όλα αυτά τα χρόνια που παίζαμε handball παρακολουθούμασταν  από τις μυστικές υπηρεσίες. Μπορεί να ήμασταν αγύμναστοι, μιας και είχαμε χρόνια να ασχοληθούμε με το άθλημα,  μπορεί να υπήρχαν ακόμη και εν ενεργεία αθλητές με μεγαλύτερο ταλέντο από εμάς,  αλλά όπως μας ενημέρωσαν οι τρείς άντρες, εμείς είχαμε κάτι που δεν είχε καμία άλλη ομάδα handball που εμφανίστηκε στον πλανήτη. Χημεία και αυταπάρνηση. Αυτά τα δύο συστατικά σε συνδυασμό με το ταλέντο αλλά και την προπονητική ικανότητα του κύριου Βαγγέλη που ήταν μετρ στην τακτική και την ψυχολογία, θα παρέκαμπταν όλες τις δυσκολίες που θα παρουσιαζόντουσαν.
Μετά από 3 ώρες αναλυτικής συζήτησης, οι τρείς άντρες έφυγαν. Το ραντεβού μας ορίστηκε για την 31 Δεκεμβρίου. Στο μεσοδιάστημα θα προπονούμασταν στο κλειστό των Αγίων Αναργύρων και την 30 Δεκεμβρίου θα έρχονταν ειδικό αεροπλάνο που θα μας παραλάμβανε και θα μας πήγαινε στο «Κολοσσαίο»  στην Ρώμη. Ο αγώνας είχε οριστεί να γίνει εκεί με διαιτητές δύο ρομπότ υψηλής τεχνολογίας. Μετά το τέλος της συζήτησης, ήμασταν όλοι αποσβολωμένοι. Ο κύριος Βαγγέλης πήρε τον λόγο... «Παιδιά ξέρω την δυσκολία της κατάστασης. Βλέπω το αδιανόητο του πράγματος. Όμως δεν έχουμε άλλη επιλογή. Είμαστε μπροστά στην μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής μας. Η ανθρωπότητα κρέμεται στην κυριολεξία από τα χέρια μας. Σας πιστεύω. Όπως σας πίστευα και τότε... Θα δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό. Μπορούμε να τα καταφέρουμε!!!» Η αρχική αμηχανία μετατράπηκε σε ξέφρενα χειροκροτήματα.

Η πρώτη προπόνηση ορίστηκε για την επόμενη μέρα, Διπλή μάλιστα γιατί το χαμένο έδαφος έπρεπε να καλυφθεί. Οι πρώτες μέρες των προπονήσεων είχαν να κάνουν κυρίως με την φυσική μας κατάσταση. Όλο αυτό το διάστημα  τις ώρες των προπονήσεων μας παρακολουθούσε ένας μαυροντυμένος άντρας από τις μυστικές υπηρεσίες. Η κούραση ήταν υπερβολική ενώ οι περισσότεροι από εμάς κάποιες στιγμές δεν αντέχαμε και αρκετές φορές συνεχίζαμε ύστερα από λίγη ώρα ξεκούρασης. Η διατροφή μας ήταν εξαιρετική και οι  μόνοι άνθρωποι που επιτρεπόταν να μας επισκεφθούν ήταν τα συγγενικά μας πρόσωπα. Στο τέλος των προπονήσεων αποσυρόμασταν σε ειδικά καταλύματα  που είχαν φτιαχτεί από τον στρατό. Εκεί τα γέλια το βράδυ έδιναν και έπαιρναν. Ένα από αυτά τα βράδια στις 28 Δεκεμβρίου ο αδερφός μου ο Θοδωρής ήρθε στο δωμάτιο μου, μαζί με τον κολλητό μου τον Μιχάλη. 

Η συζήτηση που κάναμε εκείνη την στιγμή είχε να κάνει με όλα όσα είχαμε περάσει μαζί, με τις ανησυχίες, τους φόβους μας και ότι μας απασχολούσε...25 χρόνια φιλίας ήταν αυτά... Οι στιγμές ήταν έντονα φορτισμένες και δεν μπόρεσα να κοιμηθώ καθόλου σκεφτόμενος ότι είπαμε.
Την επομένη οι προπονήσεις δυσκόλεψαν περισσότερο. Ο κύριος Βαγγέλης δούλεψε όλο αυτό το διάστημα πολύ στην τακτική και σε ασκήσεις πίεσης, κινήσεων σε μικρούς χώρους και ενδυνάμωσης του σώματος μας. Οι μέρες περνούσαν και μιας και το κλίμα θύμιζε πολύ τα χρόνια που παίζαμε handball  σε νεαρή ηλικία, είχαμε σταματήσει  να σκεφτόμαστε τι θα επακολουθούσε. Στη τελευταία προπόνηση ο κύριος Βαγγέλης με τράβηξε σε μια γωνία και μου εμπιστεύτηκε την αγωνία και τις σκέψεις του. «Μάκη, έχω πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη σε σας. Αλλά δεν ξέρω τι πρόκειται να αντιμετωπίσουμε. Και όλα αυτά μου φαίνονται σαν ένα κακό όνειρο εκτός από το κομμάτι ότι ξανασμίξαμε...» Άπλωσα το χέρι μου και κράτησα τον ώμο του προπονητή μου λέγοντας του: «Μην ανησυχείτε κύριε Βαγγέλη. Θα παλέψουμε όλοι μαζί.»

30 Δεκεμβρίου 2011. Η ώρα για την μεταφορά μας στην Ιταλία έφτασε. Πριν φύγουμε μείναμε όλοι έκπληκτοι όταν ο Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας επισκέφθηκαν στα καταλύματα μας και μας ευχήθηκαν καλή επιτυχία, τονίζοντας πως όλοι οι Έλληνες αλλά και οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι δίπλα μας.  Στις 8 το απόγευμα ένα ειδικό τσάρτερ προσγειώθηκε  500 μέτρα περίπου μακριά από τα καταλύματα μας. Βγαίνοντας από αυτά συναντήσαμε κάτι απίστευτο. Χιλιάδες κόσμος, ελικόπτερα, τηλεοπτικά κανάλια, οι συγγενείς μας ήταν εκεί για να μας αποχαιρετήσουν. Αφού η Αστυνομία άφησε τους συγγενείς μας να περάσουνε, τους χαιρετήσαμε και επιβιβαστήκαμε στο τσάρτερ με προορισμό την Ιταλία. Μέσα σε αυτό παραμείναμε αμίλητοι όλοι... Έπειτα από μισή ώρα, φτάσαμε στον προορισμό μας. Κατεβαίνοντας από το τσάρτερ, το τεράστιο «Κολοσσαίο»  ήταν κατακλυσμένο από χιλιάδες κόσμο. Αφού φυγαδευτήκαμε μπήκαμε στην θρυλική αρένα που είχε διαμορφωθεί κατάλληλα με ένα σκέπαστρο που είχε μπει από πάνω. Εκείνο το βράδυ κύλησε ήρεμα και όλοι είχαμε ένα ήρεμο ύπνο.
31 Δεκεμβρίου.. Η ώρα ήταν 7 το πρωί και ένας εκκωφαντικός θόρυβος με  έκανε να πεταχτώ από το κρεβάτι μου να δω τι συμβαίνει.  Βγαίνοντας στο διάδρομο είδα τα υπόλοιπα παιδιά να έχουν μείνει με ανοιχτό το στόμα. «Τρέχα, τρέχα» μου έλεγε με σχεδόν παραμορφωμένο το πρόσωπο του ο Λεωνίδας Τ.  Φτάνοντας στο παράθυρο είδα το πιο απίστευτο πράγμα που είχα δει στη ζωή μου.  Η μέρα είχε γίνει νύχτα. Ένας μαύρο σύννεφο έκανε την εμφάνιση του και μέσα από αυτό ξαφνικά πετάχτηκε ένα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο. Η σκόνη που σήκωσε σε ακτίνα τουλάχιστον 1 χιλιομέτρου ήταν τεράστια και ο στρατός αλλά και όλοι οι υπεύθυνοι ασφαλείας προσπαθούσαν να καλυφθούν.... Αφού το ιπτάμενο αντικείμενο προσγειώθηκε, μια μεγάλη σκάλα απλώθηκε από την πόρτα που άνοιξε...

Από εκεί άρχισαν να κατεβαίνουν κάτι παράξενα πλάσματα με ύψος τουλάχιστον 2 μέτρα, ενώ τελευταίο κατέβηκε ένα πλάσμα που  ήταν πιο ψηλό από τα άλλα και με λευκή απόχρωση στο δέρμα του. Προχωρώντας με βήματα αργά αλλά σταθερά, πέρασαν μέσα από το πλήθος και κατευθυνθήκαν προς τα ειδικά καταλύματα που είχανε φτιάξει για αυτούς. Αμέσως ο κύριος Βαγγέλης μας φώναξε κοντά του. Έλειπε εδώ και ώρα γιατί ενημερωνότανε από την CIA για τα διαδικαστικά. «Σε δύο ώρες δίνουμε τον υπέρ πάντων αγώνα. Το παιχνίδι θα γίνει με κανονικές μπάλες του handball και τους κανονισμούς όπως εμείς τους ξέρουμε. Οι προθέσεις των εξωγήινων είναι να γίνει ένα καθαρό ματς. Σας πιστεύω απόλυτα. Πάμε....!!!»
Κοιταχτήκαμε σα να ξέραμε αυτή είναι η στιγμή μας... Το δίωρο που απέμενε πέρασε πολύ γρήγορα και είχε φτάσει η στιγμή να αντιμετωπίζαμε τον μεγαλύτερο εφιάλτη μας... Αφού φτάσαμε στη φυσούνα που οδηγούσε στο γήπεδο, ο αρχηγός της ομάδας των εξωγήινων ήρθε δίπλα μου. Εγώ προσπαθούσα να είμαι ήρεμος. Ένα μόνιτορ που ήταν τοποθετημένο στην κοιλιά του πλάσματος ευχότανε στα αγγλικά να γίνει ένα καλό παιχνίδι. Έτεινα το χέρι μου. Η χειραψία με τον  αρχηγό των εξωγήινων ήταν μια καλή αρχή και ένας λόγος να αρχίσω να πιστεύω ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε αυτό το δύσκολο βράδυ...
Μπαίνοντας στον αγωνιστικό χώρο, παρακολουθούσαμε όλοι τον κόσμο γύρω από το γήπεδο που ξεπερνούσε τις 300 χιλιάδες (όπως έδειχνε και το ηλεκτρονικό ταμπλό του γηπέδου), να επευφημεί, ενώ παρατηρήσαμε πως πολλοί από αυτούς (καθόντουσαν σε μια απομακρυσμένη πλευρά) ήταν εξωγήινοι.  Ο κύριος Βαγγέλης μας μάζεψε και άρχισε να δίνει τις τελευταίες οδηγίες. Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα τον προπονητή των εξωγήινων με το άσπρη απόχρωση στο δέρμα, να κάνει το ίδιο με τους παίχτες του, μιλώντας όμως μια, ξένη για μας, γλώσσα που περισσότερο έμοιαζε με μούγκρισμα... Ο αγώνας ξεκίνησε. Ο ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπο μου και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Το στρίψιμο του κέρματος δεν άλλαξε πολλά μια παραμείναμε στο γήπεδο όπως είχαμε παραταχτεί. Η πρώτη επίθεση ήταν για τους εξωγήινους. Οι πάσες που έφευγαν από τα χέρια τους ήταν με απίστευτη ακρίβεια και ταχύτητα. Το πρώτο γκολ ήρθε χωρίς  καν να το καταλάβουμε. Το ίδιο και ο τερματοφύλακας μας ο Χάρης Σ. Ο διαιτητής ρομπότ με την πράσινη σημαία έδειξε σέντρα.

Αμέσως γρήγορα-γρήγορα πήρα την μπάλα, πάτησα την γραμμή του κέντρου και άλλαξα την πάσα με τον αδερφό μου τον Θοδωρή. Αυτός δίπλα του στον Νίκο Π. που έπαιζε δεξί εξτρέμ. Αυτός έπειτα από πιεστική άμυνα του αριθμού 7 των εξωγήινων, έχασε την μπάλα και η αντεπίθεση τους τελείωσε με ένα ακόμη γκολ. Τα πράγματα δυσκόλευαν. Ο κύριος Βαγγέλης από τον πάγκο ζητούσε ηρεμία. Αφού αλλάξαμε τρείς φορές την μπάλα εγώ, ο Γιώργος Η. και ο αδερφός μου ο Θοδωρής, η μπάλα κατέληξε στον Μιχάλη που με μια εξαιρετική κάθετη κίνηση, προσποιήθηκε στο νούμερο 2 των αντιπάλων και πέτυχε το πρώτο μας γκολ.!!! Το γεγονός αυτό μας έδωσε... φτερά στα πόδια και πιστέψαμε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Το παιχνίδι κυλούσε. Το σκορ ήταν 7-6 υπέρ των εξωγήινων. Ο κόσμος μας χειροκροτούσε, μας παρότρυνε και ζούσαμε ένα όνειρο. Το ημίχρονο τελείωσε με μια καταπληκτική απόκρουση πάνω στην γραμμή σε ένα εκπληκτικό σουτ των αρχηγού των εξωγήινων. Το σκορ ήταν 9-9. Το δεύτερο ημίχρονο ξεκίνησε με έναν τραυματισμό για εμάς. Ο Λεωνίδας Τ. Τραυματίστηκε στον αστράγαλο και στη θέση του μπήκε ο αδερφός του ο Γιώργος Το πρώτο γκολ ρου δευτέρου ημιχρόνου σημειώθηκε από μένα, έπειτα από μια προσποίηση στον πίβοτ των εξωγήινων και φαλτσαριστό [πλασέ έξω από την μικρή περιοχή του τερματοφύλακα τους που μέχρι τότε με είχε νίκησε σε δύο παρόμοια τετ α τετ. Από τον πάγκο ο κύριος Βαγγέλης, έδειχνε πιο ήρεμος μιας και η δουλειά που είχαμε κάνει όλες τις προηγούμενες μέρες έβγαινε στο γήπεδο... Οι εξωγήινοι έδειχναν ακούραστοι όμως. Υπερτερούσαν στις μονομαχίες που είχαν να κάνουν με την δύναμη αλλά έλειπε από το παιχνίδι τους κάτι που δεν μαθαίνεται. Η φαντασία. Εμείς έχοντας σε εξαιρετική βραδιά τον αδερφό μου τον Θοδωρή και τον Γιώργο Η., με το εξαιρετικά δυνατό σουτ ήμασταν μέσα στο παιχνίδι και αρκετές φορές προηγούμασταν.

Το χρονόμετρο έδειχνε 28 λεπτά παιχνιδιού στο δεύτερο ημίχρονο. Το σκορ ήταν 19-19. Ισοπαλία. Δύο λεπτά απέμεναν για να δούμε αν θα υπήρχαν άνθρωποι έπειτα από το τελευταίο σφύριγμα της λήξης... Και ξαφνικά όλοι σταμάτησαν να τρέχουν, ενώ από τα μεγάφωνα του σταδίου ακουγόντουσαν τα παρακάτω λόγια... «This is the End my only friend, the End...» Κοιτάζοντας τον κόσμο γύρω μου, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, προσπαθώντας να καταλάβω τι γίνεται. Το ρημαδιασμένο το ξυπνητήρι με ξύπνησε πάνω στο καλύτερο σημείο του ονείρου. Α ρε μπαγάσα Morrison...

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Η πιο...στενή επαφή ανθρώπου-εξωγήινων

  5 Οκτωβρίου 1957. Στην ήσυχη κωμόπολη Σάο Φρανσίσκο ντε Σάλες της Βραζιλίας δύο νεαρά  αδέρφια, γεωργοί στο επάγγελμα, πέφτουνε για ύπνο κατά τις 11 το βράδυ, ύστερα από ένα πάρτι που έκανε ένας φίλος τους σε ένα κοντινό σπίτι. Ξαφνικά, μια παράξενη λάμψη εμφανίστηκε  στην αυλή του σπιτιού που έκανε τους δύο αδερφούς να σηκωθούνε από τα κρεβάτια τους και να την παρακολουθήσουνε να χάνεται στον ουρανό  μέσα από τα πάτερα και τα κεραμίδια (τα περισσότερα σπίτια τότε δεν είχαν σκεπή).
Το επόμενο βράδυ  το ίδιο φως έκανε την εμφάνιση του στο χωράφι, την ώρα που οι νεαροί γεωργοί όργωναν με το τρακτέρ τους. Το φως φάνηκε να παίζει με τον ένα από τους δύο αδερφούς, τον Αντόνιο Βίλας Μπόας και εξαφανίστηκε την στιγμή που ο νεαρός Βραζιλιάνος το πλησίασε.
   Έπειτα από αρκετές μέρες και συγκεκριμένα στις 15 Οκτώβρη, ο Αντόνιο ήταν μόνο του στο χωράφι αυτή την φορά και όργωνε, όταν κατά τις 1 το μεσημέρι είδε ένα «μεγάλο κόκκινο άστρο» όπως ο ίδιο το περιέγραψε να κατεβαίνει στο χωράφι. Ο Αντόνιο πλησίασε τότε προς το μέρος του και διέκρινε ένα αντικείμενο σε σχήμα αυγού. Ξαφνικά από τον περιστρεφόμενο πυργίσκο που υπήρχε στο  αντικείμενο, βγήκαν τρεις κολώνες (κάτι σαν... πόδια)  και ακούμπησαν στη γη.

   Ο τρομαγμένος Αντόνιο προσπάθησε να φύγει με το τρακτέρ, όμως η μηχανή του σταμάτησε να λειτουργεί χωρίς λόγο. Ο  Αντόνιο Βίλας Μποας κατέβηκε και το έβαλε στα πόδια και πίσω του (όπως ο ίδιος ανέφερε στις Αρχές) ακολουθούσαν τρία ανθρωποειδή με κράνη τα οποία και τον πρόφτασαν, αρπάζοντας τον από το χέρι και σέρνοντας τον προς το ιπτάμενο αντικείμενο. «Πρόσεξα, ότι όταν με έσερναν τους παραξένεψε πολύ η φωνή μου, γιατί κάποια στιγμή στάθηκαν και με κοίταζαν με προσοχή στο πρόσωπο...». Φτάνοντάς στο ιπτάμενο αντικείμενο, μια σκάλα κατέβηκε και τα ανθρωποειδή ανέβασαν επάνω τον Μπόας με μεγάλη δυσκολία λόγω της αντίστασης του.
   Στο δωμάτιο, όπως περιέγραψε ο νεαρός Βραζιλιάνος οι τοίχοι ήταν μεταλλικοί και υπήρχε ένα έντονο φως. Εκεί τα παράξενα  όντα άρχισαν να συζητάνε, αλλά αυτό που ακούγονταν έμοιαζε περισσότερο με γαβγίσματα σκύλων, παρά για ομιλία. Ξαφνικά τα όντα που έγιναν πέντε, καθώς άλλα δύο έκαναν την εμφάνιση τότε, άρπαζαν τον Μποας και τον έγδυσαν, ενώ  παρά ότι φάνηκε να χρησιμοποιούν βία, δεν τον πόνεσαν καθόλου. Αμέσως μετά εξαφανίστηκαν.
   Έπειτα από αρκετές ώρες και ενώ είχε νυχτώσει (το παρατήρησε ο νεαρός Βραζιλιάνος από τον  φεγγίτη του σκάφους), εμφανίστηκε μπροστά στον καταρρακωμένο και ταλαιπωρημένο νεαρό ένα από τα ανθρωποειδή και έτριψε επάνω στρογγυλό σώμα του κάτι σαν σφουγγάρι και ένα υγρό άοσμο και άγευστο άρχισε να τρέχει επάνω του, Αμέσως μετά ένα δεύτερο ανθρωποειδές τον πλησίασε με ένα τάσι και δύο σωληνάκια και φάνηκε σαν να του ρουφάει το αίμα, χωρίς όμως ο ίδιος να αισθάνεται άσχημα. Μόλις τελείωσε, έφυγε. Λόγω των καπνών που έβγαινε από τα τοιχώματα, ο Μπόας αισθάνθηκε μια αδιαθεσία και έκανε εμετό. Αμέσως αισθάνθηκε λιγότερο φοβισμένος.
  

Αφού  πέρασαν γύρω στα δέκα λεπτά, από μια άλλη πόρτα του σκάφους, βγήκε μια πολύ όμορφη γυναίκα τελείως γυμνή με κατακόκκινα μαλλιά (μεγάλη εντύπωση έκανε στον Μποας, ότι ακόμη και η ήβη και οι μασχάλες της ήταν κόκκινες σαν αίμα), γύρω στο 1.60, με μυτερό σαγόνι και λεπτά χείλια.  
 Τα ζυγωματικά της ήταν έντονα αλλά απαλά και σαρκώδη. Η πανέμορφη γυναίκα πλησίασε τον νεαρό γεωργό και έτριψε το κεφάλι της στο δικό του. Το σώμα της κόλλησε στο δικό του και η έξαψη ήταν μεγάλη, δείχνοντας του καθαρά τι θέλει. Ο Μπόας θυμάται ότι έγιναν δύο ολοκληρωμένες σεξουαλικές πράξεις, αλλά μετά αυτή κουράστηκε και απομακρύνθηκε μαζί με ένα ανθρωποειδές. Την στιγμή που έφευγε, γύρισε στον Μπόας δείχνοντας την κοιλιά της και τον ουρανό, κάνοντας τον να φοβηθεί, νομίζοντας ότι θα γυρνούσε κάποια στιγμή να τον πάρει μαζί της (αργότερα ο γιατρός που τον παρακολούθησε του είπε ότι η γυναίκα εννοούσε πως θα γεννήσει το παιδί τους και θα το έχει μαζί της στον ουρανό).
  Τα παράξενα όντα έδειξαν στον Μποας ότι πρέπει να ντυθεί και τον κατέβασαν από το σκάφος, προτού αυτό απογειωθεί και χαθεί στον ξάστερο ουρανό.
Ο ταλαιπωρημένος και εξουθενωμένος γεωργός πήγε σπίτι του και κοιμήθηκε αμέσως. Ξυπνώντας την επόμενη μέρα είχε φριχτούς πόνους στην κοιλιά και άρχισε να βάζει φουσκάλες στο δέρμα του που μετατράπηκαν σε μωβ σημάδια.
  Ο γιατρός που εξέτασε τον Μπόας έπειτα ένα μήνα  βρήκε παράξενα σημάδια από ραδιενεργή δηλητηρίαση και κοψίματα από αιχμηρό αντικείμενο.

  Ο Αντόνιο Βίλας Μπόας ήθελε να κρατήσει πάση θυσία κρυφή την ιστορία του και την παρουσίασε μετά κόπων και βασάνων στο κοινό σε μια βραζιλιάνικη  κυριακάτικη επιθεώρηση (Domingo Illustrado) στις 10.10.1971. στον δημοσιογράφο Ζοάο Μάρτινς!!! Δηλαδή 14 χρόνια μετά. Μάλιστα ο γιατρός που τον εξέτασε ο Δρ. Φοντές ανέφερε: «Ο Αντόνιο Βίλας Μπόας υποβλήθηκε από εμάς (παρών ήταν και ένας αξιωματικός του στρατού), στις πιο εξονυχιστικές ανακρίσεις χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Δεν έπεσε στις παγίδες που του στήσαμε και η ιατρική εξέταση τον βρήκε σε τέλεια διανοητική και φυσική κατάσταση.»
  Κλείνοντας ο δημοσιογράφος ανέφερε «Αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή, τότε ίσως κάπου εκεί στο Σύμπαν βρίσκεται ένα παράξενο παιδί... που ετοιμάζεται να γυρίσει εδώ...»

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ζουν ανάμεσα μας...


  Όχι, δεν πρόκειται να γράψω για την περίφημη ταινία θρίλερ του  Τζον Κάρπεντερ... Ούτε πρόκειται να αναπτύξω τον τρόπο που θα ανέβουν από τα Τάρταρα στη Γη οι Νεφελίμ (φτου, φτου, φτου μακριά από μας...). Άλλωστε η κάθε είδους ανώτερη δύναμη  όσο και αν το λαχταράμε δεν πρόκειται να ασχοληθεί με την αφεντιά μας...
  Ό λόγος είναι, για ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό νεανικού πληθυσμού, που είτε την... πάτησε από τα πολλά ηλεκτρονικά παιχνίδια (για διάβασμα δεν γίνεται λόγος), είτε μεγάλωσε με λάθος πρότυπα (Μπομπ Σφουγγαράκης-Ποκεμον κλπ) και πλέον την έχει δει... αλλιώς.
  Η σκέψη τριγυρνούσε πολύ καιρό στο μυαλό μου, μέχρι που έγινε βεβαιότητα, όταν γυρνούσα μια μέρα από την δουλειά, ακούγοντας συγχρόνως την συζήτηση δύο παιδιών (ήταν δεν ήταν 18) που καθόντουσαν δίπλα μου στον ηλεκτρικό. «Ρε συ δεν είμαι καλά, θα πάω να βουτήξω. Δεν την παλεύω μια... Φαντάσου ότι σήμερα πήγα σε 4 κηδείες και ακόμα να νιώσω καλύτερα...» είπε ο ένας νεαρός στον άλλο. Ανασυγκρότησα την σκέψη μου και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβα από την αμφίεση, το κούρεμα, τον τρόπο ομιλίας των παιδιών ότι είχα να κάνω με τους λεγόμενους emo...Παντελόνια ξεβαμμένα, μαλλιά με αφέλειες που κάλυπταν τα μάτια τους και ένα στυλ «αν με φυσήξεις, έπεσα...».
  «Έλα ρε χαλάρωσε, πάμε σπίτι μου να βάλουμε να δούμε και άλλες κηδείες στη τηλεόραση να κλάψουμε με την ησυχία μας. Έχω και χαρτομάντιλα...» Αμέσως ακούγοντας την παραίνεση του δεύτερου νεαρού σκέφτηκα πως δύο τινά συμβαίνουν. Η πρέπει και τα δύο να ήταν βλαμμένα ή το σάντουιτς με κοτόπουλο που είχα φάει το προηγούμενο βράδυ ήταν χαλασμένο. Και επειδή προσέχω τι τρώω (λέμε τώρα...) μάλλον το πρώτο έχει περισσότερες πιθανότητες.


  Στην επόμενη στάση οι δύο emotional νεαροί κατέβηκαν και για κακή μου τύχη ανέβηκαν άλλοι δύο που ήταν διαφορετικοί. Μμμμ κάγκουρες!!! Το βρήκα! Μεγάλη ποσότητα ζελέ στα μαλλιά, μπλουζάκι κοντομάνικο μέσα στο καταχείμωνο, με την κοιλιά τους να προεξέχει  με τέτοιο τρόπο ώστε να μου θυμίζουν το ανθρωπάκι-λάστιχο της Pirelli. Παντελόνι με κοντό καβάλο και παπούτσι τόσο βρώμικα όσο ο Κηφισός. «Άσε ρε δικέ μου μιλάμε, ότι κανόνισα super τραπέζι στην Βίσση απόψε το βράδυ. Πρώτο τραπέζι πίστα θα είμαστε...» Ξαφνικά το κινητό το δεύτερου χτυπάει στον ρυθμό του «Shake it” του Σάκη Ρουβά. Το σηκώνει και λέει «Έλα μωράκι μου τι κάνεις, ναι ομορφούλα μου., ότι θες, θα περάσω να σε πάρω με το αυτοκίνητο («έχει και αυτοκίνητο ο τσίχλας?» σκέφτηκα) κατά τις 8. Η ομιλία του ήταν  τόσο δυνατή που κάποια γριούλα που καθότανε δίπλα αναγκάστηκε να σηκωθεί από την θέση της και να πάει να κάτσει αλλού. Περάσαμε τρεις σταθμούς και ο νεαρός συνέχιζε να μιλάει με το «μωράκι» του. Δεν πέρασαν παρά μερικά λεπτά ακόμα και ο Θεός αποφάσισε αν μας λυπηθεί. Οι κάγκουρες κατέβηκαν  δύο σταθμούς πριν κατέβω εγώ. «Ουφ επιτέλους θα ηρεμήσω’» σκέφτηκα.
 

  Αμ δε. Την ώρα που κατέβαιναν οι κάγκουρες ανέβηκε ένα τσούρμο από νεαρά παιδιά και γέμισε το βαγόνι μαυρίλα. «Τι είν’ τούτο πάλι?» αναφώνησα αυτή την φορά εξωτερικεύοντας την σκέψη μου. Η όψη τους με έκανε να καταλάβω. Γκόθικ. Παιδιά που έχουν σαν πρότυπα goth καταστάσεις. Μαλλιά μαύρα η μωβ (ανάλογα τα κέφια), σκουλαρίκια στα μάτια, στα χείλη στα αυτιά, όπου μπορείτε αν φανταστείτε, παντελόνια κομμένα, μάτια βαμμένα με μάσκαρα (ήμαρτον...) και από ομιλία τίποτα.   Περισσότερο σαν άναρθρες κραυγές ήταν αυτό που βγάζανε, πιθανόν λόγω των τραγουδιών που ακούγανε από τα ακουστικά το κινητού τους. «Δρακουλιάριδες» σκέφτηκα...
  Έπειτα από δύο στάσεις έφτασε η στιγμή να κατέβω. Φτάνοντας σπίτι μου, άνοιξα τη τηλεόραση που έπαιζε μια εκπομπή με θέμα τα ήθη της εποχή μας, τις νέες τάσεις  και τον τρόπο που οι νέοι αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις. Αμέσως το μυαλό μου γύρισε στα παιδιά του ηλεκτρικού...

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Γιουγκοπλάστικα: Τα παιδία παίζει...


Υπάρχουν κάποιες στιγμές, που αυτό το... κάτι, έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις και αλλάζει για πάντα τον κόσμο σου... Αυτό συμβαίνει σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Έτσι και για τον αθλητισμό και συγκεκριμένα το μπάσκετ, η εμφάνιση της Γιουγκοπλάστικα (μετέπειτα ΠΟΠ 84’) στο προσκήνιο, στα τέλη της δεκαετίας του 80’, έβαλε στο παιχνίδι την φρεσκάδα, την ζωντάνια και την άγνοια κινδύνου. Τα παραπάνω σε συνδυασμό  με το υπερχειλίζον ταλέντο, πέρασαν το μπάσκετ στην εποχή του... αθλητικού Διαφωτισμού.
Οι... Διαφωτιστές
  Με προπονητή τον Μπόζινταρ Μάλκοβιτς και τεχνικό σύμβουλο τον προφέσορα Άτσα Νίκολιτς και παίχτες μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έβγαλε το παγκόσμιο μπάσκετ, η πορεία προς την δόξα για την ομάδα του Σπλιτ ξεκινάει το 1988-89.  Πρώτα «βιολιά» ο μέγιστος Τόνι Κούκοτς, ίσως ο πιο ολοκληρωμένος και θεαματικότερος Ευρωπαίος μπασκετμπολίστας όλων των εποχών και ο ανεπανάληπτος σέντερ Ντίνο Ράτζα. Περάσοβιτς, Σόμπιν, Σρετένοβιτς, Ιβάνοβιτς, Γκίζμιτς, Μπούριτς, Λόβριτς, Τόμιτς, Παβίσεβιτς, Τάμπακ, ακολουθούσαν από κοντά, συνθέτοντας έτσι ένα νεανικό (οι περισσότεροι ήταν... αμούστακα παιδιά) σύνολο που διέλυε όποιον αντίπαλο έβρισκε στο διάβα του.                 

Στο φάϊναλ-φορ του Μονάχου, με την συμμετοχή και του Άρη τα... τρομερά μωρά του Μάλκοβιτς που θεωρούνταν αουτσάιντερ,  νικούν στον ημιτελικό την Μπαρτσελόνα του Σαν Επιφάνιο και του Νόρις με 87-77, παραδίδοντας μαθήματα γρήγορου και θεαματικού μπάσκετ. Στον τελικό ο εκπληκτικός Σρετένοβιτς... σβήνει  τον ισραηλινό αστέρα της Μακάμπι Ντορόν Τζάμσι, οι Κούκοτς (18 πόντους), Ράτζα (20 πόντους) και ο έμπειρος Ιβάνοβιτς (12 πόντους) κάνουν την δουλειά τους και ο πρώτος τίτλος είναι γεγονός. Το τελικό σκορ 75-69 ενάντια στην πανίσχυρη Μακάμπι Τελ Αβίβ είναι απλά ένα μήνυμα για την συνέχεια...
Παράσταση για ένα ρόλο
  1989-90. Σαραγόσα. Ενισχυμένη με τον μετέπειτα σέντερ του ΠΑΟΚ Ζόραν Σάβιτς η Γιουγκοπλάστικα έδειχνε έτοιμη για το δεύτερο σερί κύπελλο πρωταθλητριών. Στον ημιτελικό απέναντι στη Λιμόζ οι Δαλματοί νικούν εύκολα 101-83 με τον Περάσοβιτς (24 πόντους) να  κάνει ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην καριέρα του. Από κοντά τον ακολουθεί και ο υπερπολύτιμος Ντούσκο Ιβάνοβιτς με 20 πόντους. Αντίπαλος στο μεγάλο τελικό αυτή την φορά η Μπαρτσελόνα. Κούκοτς-Ράτζα μεταμορφώνονται σε δήμιοι των μπλαουγκράνα και το  ηλεκτρονικό ταμπλό του γηπέδου δείχνει 72-67. Η δεύτερη σερί κατάκτηση του τροπαίου επιβεβαιώνει το ήδη εμφανές. Οι... τρελοί Γιουγκοσλάβοι δεν έχουν αντίπαλο.
 
Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι
  1990-91. Χωρίς του Ράτζα, Ιβάνοβιτς και Σόμπιν και με νέο προπονητή τον μετέπειτα κόουτς του Παναθηναϊκού Ζέλικο Παβλίσεβιτς η αρμάδα του Σπλιτ με νέα ονομασία πλέον (ΠΟΠ 84’), πιο ώριμη από ποτέ, πηγαίνει στο φάϊναλ-φορ του Παρισιού για άλλη μία φορά με τον τίτλο του φαβορί. Ο Αμερικανός Λέστερ και ο Νάγκλιτς ήταν τα νέα πρόσωπα στην ομάδα, ενώ πλέον ηγετικό ρόλο μαζί με τον Κούκοτς, είχε ο Ζόραν Σάβιτς. Στον ημιτελικό οι εκπληκτικοί «πλάβι» αποδίδοντας μπάσκετ απίστευτης ομορφιάς νικούν πιο εύκολα απ’ότι δείχνει το τελικό σκορ (93-87) την ιταλική Σκαβολίνι του Πέζαρο. Ο Σάβιτς πετυχαίνει 25 πόντους, αλλα τα καλύτερα τα... φυλάει για τον τελικό απέναντι ,στη δύσμοιρη, πάλι Μπαρτσελόνα. Το αποτέλεσμα (70-65) κάνει τους εκπληκτικούς μπέμπηδες του Παβλίσεβις την μοναδική ομάδα ως τώρα που έχει κατακτήσει 3 συνεχόμενα τρόπαια. 
Το τέλος της αθωότητας
 

  Έπειτα και από αυτή τη νίκη, τα τρομερά μωρά του Σπλιτ χάνονται από το προσκήνιο. Η ομάδα διαλύεται επί της ουσίας λόγω του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία και οι περισσότεροι από τους παίχτες της βρίσκουν «καταφύγιο» σε μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης, ακόμα και στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ.
   Η ιστορία όμως τους είχε γράψει με «χρυσά γράμματα» στο πάνθεον των κορυφαίων της καλαθοσφαίρισης. Για όσους αγαπάμε τον αθλητισμό και ιδιαίτερα το μπάσκετ, οι κατεβασίες του Παβίσεβις, η διορατικότητα του Ιβάνοβιτς και του Σρετένοβιτς, οι μάχες του Περάσοβιτς και του Τάμπακ, οι τάπες και τα καλάθια του Ράτζα και του Σάβιτς, τα ριμπάουντ, το σκοράρισμα, η ταχύτητα, τα καρφώματα και οι εκπληκτικές ασίστ του μοναδικού Τόνι Κούκοτς, θα μείνουν χαραγμένα στην μνήμη μας. Οι παραστάσεις των «πλάβι» μπορεί να τελείωσαν, η μαγεία τους όμως παραμένει

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Οι 5 κορυφαίοι τηλεοπτικοί γκάνγκστερ


Ο Νονός: Δον Βίτο Αντολίνι Κορλεόνε (Μάρλον Μπράντο). Ο κορυφαίος τηλεοπτικός γκάνγκστερ όλων των εποχών. Η βαριά ιταλοαμερικανική προφορά, το εξεζητημένο ντύσιμο, η άρτια μεταφορά των άγραφων νόμων της ιταλικής μαφίας , αλλά κυρίως το ρεσιτάλ ερμηνείας του Μάρλον Μπράντο, καθιστούν τη ταινία, ως μια από τις κορυφαίες όλων των εποχών. Το 1945 στο σπίτι της φαμίλιας Κορλεόνε ο «Νονός» Δον Βίτο παντρεύει την κόρη του Κόνι. Διάδοχος του ορίζεται ο μεγαλύτερος γιος του Σαντίνο (Τζέιμς Κάαν), ενώ ο δεύτερος την τάξη και την ηλικία Φρέντο (Τζον Κάζάλ) ονειρεύεται μια νόμιμη ζωή, μακριά από παρανομίες. Τις εντυπώσεις κλέβει ο μικρότερος ηλικιακά γιός του Δον Βίτο, Μάικλ Κορλεόνε (Αλ Πατσίνο). Πόλεμος συμφερόντων με άλλες φαμίλιες, διακίνηση ναρκωτικών, εν ψυχρώ εκτελέσεις ολοκληρώνουν ένα σκηνικό που αγγίζει την πραγματικότητα. Η ταινία και οι συνέχειες της καθιέρωσε τον γκάνγκστερ ως άνθρωπο σεβάσμιο με αρχές (οικογένεια-παραδόσεις) και ηγετικές τάσεις στις δύσκολες στιγμές, κυρίως χάρη στην επιβλητική παρουσία του Μάρλον Μπράντο.

Ο Σημαδεμένος: Τόνυ Μοντάνα (Αλ Πατσίνο). Αν δεν υπήρχε ο Δον Βίτο Κορλεόνε, αυτός ο σκληρός, υπέρ-φιλόδοξος και πολιτικοποιημένος Κουβανός πολιτικός πρόσφυγας με την ουλή στο πρόσωπο θα κατείχε την πρώτη θέση στους κορυφαίους γκάνγκστερ της τηλεόρασης. Ο Αντόνιο Μοντάνα, φτάνει σαν πολιτικός πρόσφυγας στην Αμερική και μέσα σε λίγο διάστημα γίνεται το πρώτο όνομα στον χώρο της κοκαΐνης. Από τσιράκι, αρχηγός Από την φτώχεια στα πλούτη. Η αχόρταγη φιλοδοξία του όμως θα τον οδηγήσει στον παραλογισμό. Νομίζοντας πως είναι άτρωτος τα βάζει με όλους και όλα. Η κατάληξη είναι πολλές σφαίρες στο σώμα του από... ανταγωνιστές. Αξέχαστη η τελευταία σκηνή με τον Αλ Πατσίνο να δέχεται... βροχή τις σφαίρες αλλά να παραμένει όρθιος και να ανταποδίδει.

Υπόθεση Καρλίτο: Ο διαβόητος Πορτορικανός γκάνγκστερ Καρλίτο Μπριγκάντε (Αλ Πατσίνο) αποφυλακίζεται χάρη στον πανέξυπνο, αλλά εθισμένο στα ναρκωτικά, δικηγόρο του Ντέιβιντ Κλάϊφιλντ (Σον Πεν). Με στόχο να μαζέψει χρήματα για να φτιάξει ένα ενοικιαστήριο αυτοκινήτων σε ένα απομακρυσμένο νησί, ανοίγει ένα κλαμπ. Το παρελθόν όμως δεν αφήνει σε ησυχία τον, κάποτε, θρυλικό γκάνγκστερ και οι φίλοι από τα... παλιά ξαναέρχονται. Η Γκέιλ (Πενέλοπε Αν Μίλερ) παλιός έρωτας του Μπριγκάντε είναι μια ευχάριστή νότα στην δύσκολη καθημερινότητα του. Μια στιγμή παραφροσύνης του δικηγόρου του (σκοτώνει, παρόντος του Μπριγκάντε, έναν εκ των μεγαλυτέρων μαφιόζων της περιοχής) τον βάζει στο μάτι του... κυκλώνα. Έτσι προς το τέλος της ταινίας και ενώ είναι πολύ κοντά στην πραγματοποίηση του ονείρου του, ο Μπένυ Μπλάνκο από τον Μπρονξ (φέρελπις γκάνγκστερ) τον σκοτώνει. Ο πιο αγαπητός γκανγκστερικός χαρακτήρας της τηλεόρασης, κυρίως λόγω του εκπληκτικού Αλ Πατσίνο.

Τα καλά παιδιά: Χένρυ Χιλ (Ρέι Λίοτα), Τζίμυ Κόνγουει (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), Τόμμυ Ντε Βίτο (Τζο Πέσι). «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα ήθελα να γίνω γκάνγκστερ...» Τα λόγια ανήκουν στον Ιρλανδό-Ιταλό Χένρυ Χιλ, αρχηγό μιας τριάδας γκάνγκστερ σε μια ιταλική γειτονιά του Μπρούκλιν γύρω στα 1955. Ο εκπληκτικός Ντε Νίρο πλαισιωμένος από τον εξαιρετικό Τζο Πέσι, δίνουν, μαζί με τον πρωταγωνιστή, ρεσιτάλ ερμηνείας, παρουσιάζοντας από την μία τον αγώνα των προσφύγων στην Αμερική την δεκαετία του 50’ και από την άλλη την διαφθορά αλλά και την δύναμη της δόξας που προσέφερε εκείνα τα χρόνια η Μαφία. Σκηνές σε καζίνο, μπαρ, κλασσικά αμερικάνικα αυτοκίνητα των 50’ς δίνουν έναν διαφορετικό τόνο μαζί με την εκπληκτική ερμηνεία των τριών ηθοποιών.

Ανάλυσε το: Ο Πωλ Βίτι (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) είναι ένας γκάνγκστερ σε απόγνωση. Ο κατά τα άλλα σκληρός αρχηγός της Μαφίας, αντιμετωπίζει υπαρξιακά προβλήματα και απευθύνεται σε έναν διακεκριμένο ψυχολόγο, τον Δρ Μπεν Σόμπελ (Μπίλυ Κρίσταλ) για να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Εδώ, ο Ντε Νίρο με την συνδρομή βέβαια του Μπίλυ Κρίσταλ, δείχνει ένα διαφορετικό πρόσωπο όσον αφορά στους... σκληρούς στην όψη γκάνγκστερ. Πολλά ευτράπελα, κυνηγητά, πυροβολισμοί και τελικά μια δυνατή φιλία ανάμεσα στον γκάνγκστερ και στον ψυχολόγο, συνθέτουν το στίγμα της ταινίας και όλοι μας συμπάσχουμε με τον Πωλ Βίτι... που δείχνει πολύ καλός μαφιόζος για να είναι αληθινός...

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Το απονενοημένο διάβημα της Γλώσσας...



     «Η ελληνική γλώσσα έχει ένα πλούσιο λεξολόγιο...» Στην άλλη πλευρά του γραφείου στο κτίριο της Άλφαβήτας αυτή η πρόταση, που ακούστηκε από την ανοιχτή τηλεόραση, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ήδη γεμάτο ποτήρι... «Δεν πάει άλλο. Δεν αντέχω με αυτή την κατάσταση...» ψέλλισε η ψιλόλιγνη φιγούρα με το ολόλευκο φόρεμα και σηκώθηκε από την πολυθρόνα προχωρώντας  με αργά βήματα στο δωμάτιο της Γνώσης. Το φως του φεγγαριού που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο έδωσε σάρκα και οστά στην φιγούρα με το λευκό φόρεμα. Ήταν η Γλώσσα...
     Χρόνια τώρα είχε υπομείνει τα τερτίπια και την ημιμάθεια των ανθρώπων. Και καλά εκείνων που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες και δεν είχαν την δυνατότητα να μάθουν να μιλούν, να γράφουν και να εκφράζονται σωστά, η εκείνων που αντιμετώπιζουν προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται αυτό στην γλώσσα τους και στον γραπτό τους λόγο. Οι άλλοι όμως? Καθηγητές, μουσικοί, ποιητές, διάσημοι αστέρες της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου, γιατροί και πάσης φύσεως άνθρωποι με... καλλιτεχνική φλέβα, πως είναι δυνατόν να... σκοτώνουν με τέτοιο τρόπο τις λέξεις?


     Η Γλώσσα το είχε πάρει απόφαση. Δεν μπορεί πλέον να είναι μέρος αυτού κόσμου. Είχε φτάσει πλέον η στιγμή να περάσει στην αιωνιότητα. Σηκώθηκε από το γραφείο της και αυτή την φορά με γοργά βήματα πήγε στο δωμάτιο της Ορθοφωνίας να ετοιμάσει ένα κείμενο. Ξεκίνησε να γράφει. «Ξέρω πως η κίνηση που πρόκειται να κάνω θα σας φανεί παράξενη. Όμως δεν αντέχω άλλο. Έχω κουραστεί. Προσπάθησα τόσα χρόνια,  έφτιαξα μισές λέξεις, έφτιαξα καινούργιες λέξεις, επεξεργάστηκα, αλλά τίποτα. Αποτέλεσμα μηδέν. Εσείς οι άνθρωποι νομίζετε πως τα ξέρετε όλα. Δεν μπορεί όμως αγαπημένοι μου να τα θυσιάζουμε όλα στο βωμό της προβολής, της διαφήμισης, των χρημάτων, της δόξας. Γι’αυτό σας αφήνω.»
    Κλείνοντας έτσι λιτά και επιγραμματικά το γράμμα της η Γλώσσα πήγε στο δωμάτιο της Ορθογραφίας, πήρε τα κλειδιά που βρίσκονταν πάνω στο ξύλινο τραπέζι και προχώρησε προς  την πόρτα του μεγάλου κτιρίου. Πριν κλειδώσει, γύρισε, κοίταξε λυπημένα τα δωμάτια του κτιρίου της Άλφαβήτας και αμέσως μετά ανέβηκε την σκάλα που οδηγεί στην ταράτσα.
Έκανε πέντε βήματα και έφτασε την άκρη της. Με μια αργή κίνηση, σήκωσε το κεφάλι της και έριξε μια ματιά στο ολόγιομο φεγγάρι. «Τι όμορφο που είναι» σκέφτηκε. Με μια ξαφνική δεύτερη κίνηση πήδηξε στο κενό της ημιμάθειας και της ανορθογραφίας.... Η Γλώσσα μας είναι πια παρελθόν...

Αναγνώστες

Page translation